αἱμορροΐς

αἱμο-ρροΐς, ΐδος, , mostly in pl., αἱμορροΐδες (sc. φλέβες) veins
A liable to discharge blood, esp. haemorrhoids, piles, Hp.Aph.3.30, etc.
II kind of shell-fish, perh. Aporrhais pes-pelicani, Arist.HA530a19.
III female of

αἱμόρροος 11

, Plin.HN20.210; poet.,

αἱμοροΐς θήλεια Nic.Th.315

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιμορροΐς — ( ίδος), η (Α αἱμορροΐς) βλ. αιμορροΐδα …   Dictionary of Greek

  • hemorroide — (Del gr. haimorrhois, hemorroide.) ► sustantivo femenino MEDICINA Dilatación varicosa de las venas que se forma en el recto o en el ano. TAMBIÉN hemorroides SINÓNIMO almorrana * * * hemorroide (del lat. «haemorrhŏis, ĭdis», del gr. «haimorroḯs»)… …   Enciclopedia Universal

  • άκαυστος — η, ο και άκαυτος, η, ο (Α ἄκαυστος, ον) 1. αυτός που δεν έχει πυρποληθεί, δεν έχει καεί 2. εκείνος που δεν μπορεί να καεί νεοελλ. 1. αυτός που δεν έχει πυρακτωθεί από τη φωτιά 2. μτφ. εκείνος που δεν έχει πάθει καμιά συμφορά 3. «άκαυτο μέλι» μέλι …   Dictionary of Greek

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • αιμορροΐδα — και μοροΐδα, η (Α αἱμορροΐς) συνήθως τόσο στα νέα όσο και στα αρχαία στον πληθυντικό αιμορροΐδες (ενν. φλέβες) φλέβες που διαρρηγνύονται και αιμορραγούν. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἱμόρροος (= αἱμόρρους). ΠΑΡ. αἱμορροϊδικός] …   Dictionary of Greek

  • hemorroide — (Del lat. haemorrhŏis, ĭdis, y este del gr. αἱμορροΐς). f. Med. Tumoración en los márgenes del ano o en el tracto rectal, debida a varices de su correspondiente plexo venoso. U. m. en pl.) …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.